Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.

member of the executive committee


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο executive παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: member | of | the | committee

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
executive n (businessperson)στέλεχος ουσ ουδ
 Eric has a good job; he's an executive with a big firm.
 Ο Έρικ έχει καλή δουλειά, είναι στέλεχος σε μεγάλη εταιρεία.
the executive n (government)το εκτελεστικό περίφρ
 The executive passed a law forbidding discrimination.
 Το εκτελεστικό πέρασε έναν νόμο που απαγόρευε τις διακρίσεις.
executive adj (suitable for important people)μη διαθέσιμη μετάφραση
 Alison booked the hotel's executive suite.
executive adj (administrative)διοικητικός επίθ
  εκτελεστικός επίθ
 Rita got the job because of her executive skills.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
account executive n (sales representative)εκπρόσωπος πωλήσεων ουσ αρσ
advertising executive n (employee)υπεύθυνος διαφήμισης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη)advertising executive φρ ως ουσ αρσ/θηλ
CEO n initialism (Chief Executive Officer)Διευθύνων Σύμβουλος φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Being the CEO of a tech company made Tom a billionaire.
chief executive n (high-ranking official)διευθύνων σύμβουλος ουσ αρσ
 The chief executive took responsibility for the company's poor performance.
 Ο διευθύνων σύμβουλος ανέλαβε την ευθύνη για τις χαμηλές επιδόσεις της εταιρείας.
chief executive officer n (CEO: senior manager)διευθύνων σύμβουλος φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 The firm is looking for a new chief executive officer.
 Η εταιρεία αναζητά νέο διευθύνοντα σύμβουλο.
executive board n (administrative committee)εκτελεστικό συμβούλιο ουσ ουδ
 The executive board of the company voted to increase their own salaries.
executive branch n (part of government)εκτελεστική εξουσία επίθ + ουσ θηλ
 The executive branch of the government can negotiate treaties with other countries.
executive function n (cognitive process)εκτελεστική λειτουργία επίθ + ουσ θηλ
executive officer n (officer with executive duties)διοικητικό στέλεχος επίθ + ουσ ουδ
executive order n (law)εκτελεστικό διάταγμα επίθ + ουσ ουδ
executive summary n (document that summarizes others)συνοπτική παρουσίαση επίθ + ουσ θηλ
  συνοπτική έκθεση επίθ + ουσ θηλ
  σύνοψη ουσ θηλ
NEC n initialism (National Executive Committee) (κυβέρνηση ΗΠΑ)εθνική εκτελεστική επιτροπή
sales executive n ([sb] who sells products)υπεύθυνος πωλήσεων, υπεύθυνη πωλήσεων φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 Louisa works as a sales executive for an engineering company.
top executive n (successful businessman)ανώτερο διοικητικό στέλεχος ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση member of the executive committee στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «member of the executive committee».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!